Δεν έχω να σας γράψω κάτι για τις τεχνικές λεπτομέρειες του βραδινού ντέρμπι, υπάρχουν πολλές αξιόλογες και καταρτισμένες φωνές να το κάνουν αυτό και σίγουρα έχετε διαβάσει πολλά .

Ντέρμπι σαφώς δεν είναι με την ανταγωνιστική έννοια, όταν θα παραταχθούν στο γήπεδο ένας βέβαιος πρωταθλητής και μια ομάδα που το παλεύει να ξαναβγεί στην Ευρώπη. Ντέρμπι θα είναι πάντα γιατί μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι το πράσινο είναι το αντίθετο του κόκκινου και το ανάποδο.

Δεν είναι ένας «πόλεμος των κόσμων» όπως πολλοί θέλουν να συντηρούν για τους δικούς τους λόγους, δεν υπάρχουν πια οι ταξικές διαφορές που κάποτε υπήρχαν, σχεδόν δεν υπάρχουν και γεωγραφικές διαφορές, όσο περνούν τα χρόνια.

Δεν αντιλήφθηκα ποτέ τη σημερινή μέρα ως μια μέρα μίσους και προσέξτε, δεν το παίζω ευρωπαίος και πολιτισμένος, απλά θα ήταν αδύνατον να μισήσω περισσότερο τον Ολυμπιακό, αφού τον είχα μέσα στο σπίτι μου!

Όταν με ρωτούν γιατί δεν πάω πια γήπεδο, εκτός από τους λόγους ασφαλείας απαντώ ότι δεν γουστάρω να μου βρίζουν τη μάνα ούτε εγώ να βρίσω τη μάνα κανενός, στην περίπτωση του Ολυμπιακού πάλι τη δική μου μάνα!

Στο σπίτι που γεννήθηκα στη Δάφνη, ξεκινήσαμε ως τετραμελής οικογένεια, η μητέρα μου κι ο μεγάλος μου αδερφός Ολυμπιακοί, ο πατέρας μου κι εγώ Παναθηναϊκοί. Την μητέρα μου τη συντηρούσε ο μύθος του Ολυμπιακού κόντρα στη Σάντος του Πελέ και τον αδερφό μου η αντίδραση απέναντι στον πατέρα φαντάζομαι. Εμένα με επηρέασε ο λατρεμένος θείος Νίκος και τα ξαδέρφια μου από την πλευρά του πατέρα μου. Τα ξαδέρφια και οι θείοι από την πλευρά της μάνας μου ήταν Ολυμπιακοί βαμμένοι και ταγμένοι.

Ο αδερφός μου ήταν μάλιστα από τους μουλωχτούς τους Ολυμπιακούς που δεν μιλούσαν, δεν προκαλούσαν, δεν φώναζαν, αλλά όταν νικούσε ο Ολυμπιακός τον Παναθηναϊκό και έκλειναν τα φώτα στο δωμάτιο που μοιραζόμασταν για τον ύπνο, ξεκινούσε το εκνευριστικό του σφύριγμα στη μελωδία του ύμνου των Πειραιωτών! Μιλάμε για τον απόλυτο σαδισμό.

Από την πλευρά μου 5 χρόνια μικρότερος και αρκετά αδύνατος δεν ήμουν ακόμα σε φάση να τον δέρνω αλλά όταν κάποτε γκρεμοτσακίστηκε στις σκάλες του σπιτιού κι έσκισε το φρύδι του, μέσα στο γενικό χαμό της οικογενειακής αναστάτωσης πρόλαβα να αρπάξω και να σκίσω τη φανελένια κόκκινη μπλούζα του Ολυμπιακού με το νούμερο 3 του Βαμβακούλα στην πλάτη.

Αργότερα στο Δημοτικό τα πράγματα δεν πολυβελτιώθηκαν, οι πιο κολλητοί μου φίλοι φόλα Ολυμπιακοί, όπως και ο για 5 χρόνια διπλανός μου στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Δύο πόλοι να έλκονται και να ηλεκτρίζονται.

Έμαθα όπως καταλαβαίνετε να συνυπάρχω με τον αιώνιο αντίπαλο, να παρακαλάω να χάνει παντού και πάντα, γλυκιές ήταν οι βραδιές που πάλευε να σταυρώσει διπλό στην Ευρώπη αλλά ως εκεί. Δεν χρειάζεται να προσποιούμαστε τους υπεράνω και τους χειροκροτητές των απέναντι, κάθε ήττα τους είναι διαχρονικά αφορμή για τη ζωογόνο καζούρα, το αλατοπίπερο της ημέρας μας.

Ό,τι άλλο συνέβη στην πορεία και αγρίεψαν τα πράγματα, η κόντρα οξύνθηκε, βγήκαν τα καδρόνια, οι σιδηρογροθιές, οι φωτοβολίδες ευθείας βολής, οι μολότωφ και τα μαχαίρια έχουν μια εξήγηση. Follow the money.

Τα λεφτά ήταν πολλά και μοιράζονταν σε ιδιωτικούς στρατούς δημιουργώντας επαγγελματικές Θύρες, επαγγελματίες «οπαδούς», επαγγελματίες «δημοσιογράφους» και επαγγελματικές «μάχες». Μόνο μέσα σε έναν πόλεμο θα είχαν έμμισθο αντικείμενο όλοι οι παραπάνω  και θα επιβίωναν τα πολλά φύλλα, ραδιόφωνα και sites, οι πληρωμένες πένες και οι πληρωμένες δικαστικές και δικηγορικές έδρες.

Τώρα ο ρομαντισμός που περιέγραφα στην αρχή θα παραμένει μια γραφική εξαίρεση χωρίς καρεκλάκι στα γήπεδα των ιδιοκτητών, που λύνουν τις μεγάλες οικονομικές διαφορές τους δίπλα στο χορτάρι.

Εννοείται ότι ως Παναθηναϊκός θα γιορτάσω με την ψυχή μου κάθε δική μας νίκη κόντρα στους απέναντι και μετά το ματς θα πάρω τα απαραίτητα τηλέφωνα σε μερικούς δικούς μου αιώνιους ξεκινώντας από τη μαμά μου και τον αδερφό μου. Εννοείται ότι σε περίπτωση ήττας θα «εξαφανιστώ» από τα τηλέφωνα και τα μηνύματα μέχρι να κρυώσει το αίμα.

Εννοείται ότι δεν υπάρχει στο μάτι μου μεγαλύτερη οπτική αντίθεση από το πράσινο κόντρα στο κόκκινο, εννοείται δε θα πανηγυρίσω ποτέ νίκη του Ολυμπιακού, εννοείται ότι θα στοιχειώνει για πάντα τα βράδια μετά από τις οδυνηρές ήττες το βασανιστικό σφύριγμα του αδερφού μου, «Ολυμπι-ολυμπι-ολυμπιακέ, ομάδα ομαδάρα μου…» Σκάσε επιτέλους να κοιμηθούμε, έλεγα μέσα μου κοιτάζοντας βουρκωμένος την αφίσα του Σαραβάκου πάνω από το κρεβάτι μου να σφίγγει τη γροθιά μετά από κάποιο γκολ που μας έλειψε εκείνη τη βραδιά. 

Πηγή
Author: